Πόσα από αυτά κάνει η Ελλάδα στη Μέση Ανατολή;

Η πρόσφατη Σύνοδος των χωρών της Μεσογείου για την Ασφάλεια και τη Σταθερότητα, που πραγματοποιήθηκε στη Ρόδο, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εξωτερικών, φέρνει στο προσκήνιο τη συζήτηση περί γεωπολιτικής εστίασης της Ελλάδας στο διαμορφούμενο νέο στρατηγικό και οικονομικό περιβάλλον της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Της Αντωνίας Δήμου*
Η ανάγκη για την εφαρμογή μακρόπνοης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής επιβάλλεται από τη μετατόπιση του διεθνούς ενδιαφέροντος στα θερμά ύδατα της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία και της συνδεόμενης προσφυγικής κρίσης, την ανακάλυψης νέων ενεργειακών κοιτασμάτων, της αστάθειας στο Ιράκ και της ανάδυσης του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού, όπως αυτός εκφράζεται από την οργάνωση Ισλαμικό Κράτος.
Η Ελλάδα, παρά την οικονομική κρίση την οποία υφίσταται την τελευταία επταετία, εξακολουθεί να συνιστά πυλώνα σταθερότητας και κεντρικό σύνδεσμο μεταξύ χωρών της περιοχής. Παράλληλα έχει καταστεί ευκρινές ότι υπάρχουν σημαντικά πεδία κοινής δράσης για την προώθηση ελληνικών αμιγώς συμφερόντων, καθώς και βελτίωσης των διμερών σχέσεων με τις αραβικές χώρες και το κράτος του Ισραήλ.
Δεδομένου ωστόσο ότι η Αθήνα διαθέτει περιορισμένους πόρους για την άσκηση της πολιτικής της στην περιοχή, καθίσταται απαραίτητη η επιλογή ορισμένων κρατών – κλειδιά και ο καθορισμός συγκεκριμένων θεματολογιών που μπορούν να προσδώσουν το στίγμα της πολιτικής μας στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Στρατηγική για τη Μέση Ανατολή
Στο κεφάλαιο των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο και το Ισραήλ, οι παραδοσιακά καλές σχέσεις της Ελλάδας με το σύνολο των αραβικών χωρών και η δυναμική της συνεργασίας με το Ισραήλ δίδουν στην Αθήνα τη δυνατότητα να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο (major role) στην περιοχή.

Συγκεκριμένα, η ελληνική πλευρά δύναται να επικεντρωθεί:
(α) Στην ενεργό συνδρομή για την αποτελμάτωση και προώθηση του ειρηνευτικού διαλόγου στη Μέση Ανατολή. Η ανά πάσα στιγμή ετοιμότητα της ελληνικής διπλωματίας για προσφορά μεσολαβητικών υπηρεσιών στα πρότυπα των Συναντήσεων των Αθηνών (Ιούλιος, Δεκέμβριος 1997 και Σεπτέμβριος 1999) προκρίνεται ως ιδιαίτερα χρήσιμη.
Προς υπενθύμιση, ο «Διάλογος των Αθηνών» υπήρξε ένα άτυπο φόρουμ στο οποίο μετείχαν στρατιωτικοί αξιωματούχοι και πολιτικοί από το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, λειτουργώντας –ως παράλληλη με τις επίσημες διαπραγματεύσεις– διαδικασία για την άμβλυνση των διαφορών και την αντιμετώπιση των εκάστοτε προβλημάτων που προέκυπταν. Εξάλλου αξίζει να επισημανθεί ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που πρωτοστάτησαν στη λήψη απόφασης για τη δημιουργία της θέσης του Ειδικού Απεσταλμένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επίλυση του Μεσανατολικού Ζητήματος.
(β) Στην ενδυνάμωση των διμερών σχέσεων με μετριοπαθή κράτη της περιοχής, όπως η Ιορδανία, η οποία μάλιστα μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο της ελληνικής επιχειρηματικής παρουσίας στην Παλαιστίνη, το Ιράκ, αλλά και τα κράτη του Κόλπου. Και τούτο διότι η συγκεκριμένη χώρα συνιστά σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο στη Μέση Ανατολή με εν ενεργεία οδό που λειτουργεί με τη μορφή: Περσικός Κόλπος (1) – Άκαμπα (2) – Αμμάν (3) – Βηρυτός (4) – Δυτικός Κόσμος (βλ. χάρτη –κλικ για μεγέθυνση). Επιπρόσθετα, η Ιορδανία διαθέτει από τα πλέον εξελιγμένα και ευέλικτα καθεστώτα στον αραβικό κόσμο, φιλελεύθερη οικονομία και πλήρως απελευθερωμένο τραπεζικό σύστημα.
(ε) Στην αξιοποίηση του ελληνικού στοιχείου και των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στην περιοχή, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι αραβόφωνοι, με την προώθηση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στη σύσφιξη των σχέσεων με την Ελλάδα. Η ανάπτυξη ισχυρών δεσμών με τη διασπορά και φιλέλληνες μπορεί να αποδειχτεί πολλαπλασιαστής εθνικής ισχύος, καθώς ο γνωμοδοτικός και συμβουλευτικός διάλογος μαζί τους δύναται να συμβάλλει στην προώθηση θεμάτων ελληνικού ενδιαφέροντος.
(στ) Στην ενδυνάμωση της ελληνο-ισραηλινής συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Ειδικότερα, η Αθήνα εκτιμάται ότι δύναται να επωφεληθεί από τη μοναδική εμπειρία που διαθέτει το Ισραήλ σε θέματα συνοριακής επισκόπησης και ασφάλειας.
Η αύξηση του αριθμού των κοινών ελληνοϊσραηλινών χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών ασκήσεων με τη συμμετοχή της Κύπρου για την αντιμετώπιση περιστατικών έρευνας και διάσωσης, καθώς και των ασύμμετρων απειλών στο σύχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον είναι σημαντική, καθώς προωθεί την αποτελεσματική πολιτικοστρατιωτική συνεργασία. Επί παραδείγματι, η πολυεθνική ετήσια άσκηση «Αργοναύτης» εντάσσεται στο πλαίσιο περιφερειακών συνεργασιών και αναδεικνύει την αξία της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ ως πυλώνες σταθερότητας σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας και συγκρούσεων.
(ζ) Στην εκπόνηση κοινών προγραμμάτων δράσης Ελλάδας – Ισραήλ στο πλαίσιο της Ευρω-Μεσογειακής συνεργασίας. Δεν πρέπει να διαφεύγει της ελληνικής προσοχής ότι βασικό ζητούμενο της ισραηλινής πλευράς αποτελεί η καλλιέργεια των οικονομικών κυρίως σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εκλαμβάνεται ως η φυσική προέκταση του γεωπολιτικού χώρου του κράτους του Ισραήλ. Με την ένταξη μάλιστα της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η γεωγραφική εγγύτητα του Ισραήλ με το νοτιοανατολικό άκρο της Ε.Ε. αποτελεί πλέον πραγματικότητα.
Η σπουδαιότητα μάλιστα που αποδίδει το Τελ Αβίβ στην Κύπρο αποτυπώνεται στην πάγια ισορροπημένη πολιτική που ακολουθεί όσον αφορά την επίλυση του Κυπριακού. Ως εκ τούτου, η υλοποίηση κοινών έργων έρευνας και ανάπτυξης και οι συνέργειες ανάμεσα σε καινοτόμες ισραηλινές και ελληνικές επιχειρήσεις που εστιάζουν στους τομείς της αγροδιατροφής, της υγείας και φαρμάκων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επωφελής για τη χώρα μας, με δεδομένο ότι το Ισραήλ διαθέτει ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο δίκτυο νεοφυούς επιχειρηματικότητας, που περιλαμβάνει περισσότερες από 5.000 νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς και κέντρα έρευνας και ανάπτυξης, που στηρίζονται οικονομικά από περίπου 250 πολυεθνικές επιχειρήσεις.
(η) Στην επίσπευση των διαδικασιών αδειοδότησης στην αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων εντός της ελληνικής επικράτειας, καθώς η ύπαρξη αξιόλογων ενεργειακών κοιτασμάτων μπορούν να μετατρέψουν την Ελλάδα από χώρα – καταναλωτή σε χώρα – διαμετακομιστή και εν ευθέτω χρόνο σε χώρα – παραγωγό ενέργειας. Ειδικότερα όσον αφορά τον διαμετακομιστικό ρόλο της χώρας μας, οι ανακαλύψεις κοιτασμάτων φυσικού αερίου την τελευταία επταετία στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο έχουν φέρει στο προσκήνιο συζητήσεις που εστιάζουν στις πολλαπλές επιλογές για την εξαγωγή ενέργειας, με προεξέχουσα αυτή προς την Ευρώπη, είτε μέσω της κατασκευής ενός υποθαλάσσιου αγωγού που θα διέρχεται από την Ελλάδα, είτε μέσω της μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου στον τερματικό σταθμό της νήσου Ρεβυθούσας και την επανεξαγωγή προς τα Βαλκάνια και την Ευρώπη.
Αντί επιλόγου
Αναμφίβολα, η χώρα μας βρίσκεται στο κέντρο μίας περιοχής που εμφανίζει πολιτικά απρόοπτα, αλλά και εξελίξεις που δημιουργούν νέες ευκαιρίες. Στο χέρι της είναι να αδράξει την όποια ευκαιρία προκειμένου να αυξήσει την αξία των μετοχών της στο γεωπολιτικό χρηματιστήριο αξιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ελληνικά συμφέροντα.
* Η κ. Αντωνία Δήμου είναι Επικεφαλής του Τμήματος Μέσης Ανατολής στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Άμυνας και Ασφάλειας και Εταίρος στο Κέντρο για την Ανάπτυξη της Μέσης Ανατολής, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες.
**Η ανάλυση δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο http://www.liberal.gr/

Σχόλια